Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2021 | 02:16
Αρχική Citizens Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας - Δικαιική προστασία και κοινωνικές διαστάσεις

Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας – Δικαιική προστασία και κοινωνικές διαστάσεις

newsroom |

Του Γεώργιου Δ. Χλούπη

Το θέμα της βίας λόγω φύλου, το οποίο επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες, αποτελεί μια εγκληματική συμπεριφορά με πολύ υψηλό σκοτεινό αριθμό. Παρατίθενται τα βασικά συμπεράσματα πανευρωπαϊκής έρευνας του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA – 2014), σύμφωνα με την οποία ρωτήθηκαν 42.000 γυναίκες, από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ σχετικά με τις εμπειρίες σωματικής, σεξουαλικής και ψυχολογικής βίας που μπορεί να έχουν βιώσει, συμπεριλαμβανομένων των περιστατικών βίας από στενό σύντροφο («ενδοοικογενειακή βία»), καθώς και σχετικά με την παρενοχλητική παρακολούθηση (stalking), τη σεξουαλική παρενόχληση και τον ρόλο των νέων τεχνολογιών στις εμπειρίες κακοποίησης των γυναικών.

Απηύθυναν επίσης ερωτήσεις σχετικά με εμπειρίες βίας που μπορεί να είχαν βιώσει κατά την παιδική ηλικία.

Αυτό που προκύπτει είναι μια εικόνα εκτεταμένης κακοποίησης, η οποία επηρεάζει τις ζωές πολλών γυναικών, αλλά, συστηματικά, δεν καταγγέλλεται στις αρχές. Για παράδειγμα, 1 στις 10 γυναίκες έχει υποστεί κάποια μορφή βίας από την ηλικία των 15 ετών και άνω, ενώ 1 στις 20 έχει πέσει θύμα βιασμού. Μία στις πέντε γυναίκες έχει υποστεί σωματική και/ή σεξουαλική βία από νυν ή τέως σύντροφο, και 1 στις 10 γυναίκες δηλώνει ότι βίωσε κάποια μορφή σεξουαλικής βίας από ενήλικα πριν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας της. Ωστόσο, μόλις 14% των γυναικών κατήγγειλαν στην αστυνομία το πιο σοβαρό περιστατικό βίας από στενό σύντροφο, ενώ 13% κατήγγειλαν στην αστυνομία το πιο σοβαρό περιστατικό βίας από μη σύντροφο.

Σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα για τη σεξουαλική παρενόχληση (ΚΕΘΙ – 2004), περίπου 1 στις 3 γυναίκες που έχει προσωπική εμπειρία σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας, γνωρίζει και άλλη γυναίκα από τον ίδιο εργασιακό χώρο που έχει επίσης υποστεί σεξουαλική παρενόχληση από το ίδιο άτομο.[1]

Στο άρθρο 2 περ. γ’ και δ’ του ν. 3896/2010 (ως ισχύει σήμερα, τροποποιηθέν με το άρθρο 22 παρ. 2 ν. 4604/2019) ορίζεται ότι υφίσταται «παρενόχληση»: Όταν εκδηλώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνδεόμενη με το φύλο ενός προσώπου, με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειας του προσώπου αυτού και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος, ενώ ως “σεξουαλική παρενόχληση” ορίζεται οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Στο άρθρο 2 παρ. 2 περ γ’ του ν. 4443/2016 ορίζεται ότι παρενόχληση νοείται ως διάκριση κατά την έννοια της παρ. 1, εφόσον σημειώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά που συνδέεται με έναν από τους λόγους του άρθρου 1 με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος. Με τη διάταξη αυτή εξειδικεύονται οι έννοιες της παρενόχλησης στο χώρο εργασίας.

Στην Ελλάδα, ο Συνήγορος του Πολίτη (ως φορέας παρακολούθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, καταγωγής θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, πάθησης, αναπηρίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης) βάσει πληθώρας οδηγιών (2000/43, 2000/78, 2002/73, 2006/54, 2014/54) που ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη, ενώ αναμένεται και η ενσωμάτωση της Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) για τη σεξουαλική παρενόχληση και τη βία σε χώρους εργασίας, είναι ο αρμόδιος φορέας για την εξέταση καταγγελιών σεξουαλικής παρενόχλησης κατά την πρόσβαση στην απασχόληση και στην επαγγελματική εκπαίδευση, στην εργασία και κατά την πρόσβαση των πολιτών σε αγαθά και υπηρεσίες του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα. Αν μάλιστα η υπόθεση αφορά εργοδότη του ιδιωτικού τομέα, ο Συνήγορος του Πολίτη συνεργάζεται με το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ). Η σεξουαλική παρενόχληση εξομοιώνεται με τη διάκριση λόγω φύλου και απαγορεύεται τόσο στον εργασιακό χώρο και κατά την αναζήτηση εργασίας, όσο και κατά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών (ν. 3769/2009 με τον οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία 2004/113/ΕΚ).

Με το ν. 3896/2010, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2006/54/ΕΚ, στο άρθρο 24, προβλέπεται αντιστροφή του βάρους απόδειξης, καθώς όταν ο θιγόμενος επικαλείται στοιχεία ή πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, εναπόκειται στο αντίθετο μέρος να αποδείξει ότι δεν προέβη στην παραβίαση αυτή. Η ρύθμιση αυτή δεν ισχύει στην ποινική διαδικασία. Είναι εξαιρετικά δύσκολη η διερεύνηση καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση λόγω της έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, ή στοιχείων που να πιθανολογούν μια τέτοια συμπεριφορά ώστε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του άρθρου 24 ν. 3896/2010.

Η σεξουαλική παρενόχληση εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης τόσο του αστικού και εργατικού δικαίου (δυσμενής διάκριση), όσο και του διοικητικού και ποινικού δικαίου.

Υπάρχουν σχετικές προβλέψεις στο άρθρο 337 ΠΚ που αφορά στην προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και ειδικότερα στην παράγραφο 4 (ως επιβαρυντική περίπτωση), αλλά και στο άρθρο 343 που αφορά στην κατάχρηση σε γενετήσια πράξη, στο εδάφιο α’ (κατάχρηση σχέσης εργασιακής εξάρτησης).

Στο πεδίο του αστικού δικαίου υπάρχουν οι προβλέψεις του ΑΚ για την αδικοπραξία 914 επ., 932 την προσβολή προσωπικότητας 57 επ. ΑΚ, του 281 ΑΚ και των γενικών διατάξεων του εργατικού δικαίου για ακύρωση απόλυσης κλπ., αποζημίωσης. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη λόγω εκδίκησης κατόπιν απόκρουσης σεξουαλικής πρότασης από τον εργαζόμενο, η οποία θεωρείται άκυρη (ΑΠ 1655/1999 ΕΕΡΓΔ/2001 (171), ΑΠ 1765/1999 , Εφ. Αθ. 1139/2007 Δ/νη 2007 (885). Αν δεν υπάρξει απόλυση, η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας (ΜΠρΘεσσαλ. 1936/2005, ΑΡΜ. 2005 (1423), Εφ Θεσαλλ 957/2001 ΑΡΜ/2001 (948). Ο εργοδότης μάλιστα έχει συμβατική υποχρέωση για προστασία της θιγόμενης προσωπικότητας του εργαζόμενου από σεξουαλική παρενόχληση συναδέρφου του.

Στο διοικητικό δίκαιο ισχύουν οι γενικές διατάξεις για αίτηση θεραπείας, προσφυγή, ενδικοφανή προσφυγή κλπ. (βλ. και άρθρο 8 ν. 4443/2016 που ενσωματώνει τα άρθρα 7 οδηγίας 2000/43/ΕΚ, 9 οδηγίας 2000/78/ΕΚ και 3 οδηγίας 2014/54/ΕΕ), όπου στο άρθρο 1 αναφέρεται ότι σε: Σε περίπτωση μη τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο διοικητικής δράσης, παρέχεται στον βλαπτόμενο, πέραν της δικαστικής προστασίας, προστασία και υπό τους όρους των άρθρων 24 έως και 27 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999).

Η ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος ωστόσο δεν έχει να κάνει τόσο με τη θέσπιση κανόνων, η γενικοπροληπτική λειτουργία της ποινής έχει τη σημασία της, το ζήτημα όμως είναι βαθιά κοινωνικό. Το θράσος δε του δράστη πρέπει να αντιμετωπίζεται με θάρρος και αυστηρότητα και βάζοντάς τον στη θέση του, αλλά επιπλέον και για να μην μετανιώσει το θύμα που δεν αντέδρασε και κατηγορεί έστω και γι’ αυτό τον εαυτό του.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου έχει να κάνει με τη χρήση του σεξ ως εργαλείο εξουσίας. Έχει να κάνει με στερεότυπα, με το πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, με τη συναισθηματική ωριμότητα και ενσυναίσθηση και με άλλους κοινωνικούς και ψυχολογικούς κυρίως παράγοντες. Εκεί πρέπει να δοθεί βάση. Στη διαπαιδαγώγηση, στην αποδόμηση των αρνητικών, σεξιστικών στερεοτύπων, στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και του σεβασμού.


[1] Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η πρόσφατη έρευνα από την Action Aid (Νοέμβριος 2020) για την σεξουαλική παρενόχληση γυναικών στο χώρο εργασίας και ειδικότερα στους κλάδους του επισιτισμού και του τουρισμού https://notpartofourjob.actionaid.gr/public/ActionAid_Harassment-Report.pdf

* Ο Γεώργιος Δ. Χλούπης είναι δικηγόρος, εγκληματολόγος, λέκτορας Ποινικού Δικαίου και Αντεγκληματικής Πολιτικής της Νομικής Σχολής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Τελευταία Νέα