
Παρουσία του πρωθυπουργού υπεγράφη η σύμβαση για τη δημιουργία του Εθνικού Πρότυπου Κέντρου για την Άνοια στο Περιστέρι
Έπεσαν το πρωί της Πέμπτης οι υπογραφές για τη δημιουργία του Εθνικού Πρότυπου Κέντρου για την Άνοια στο Περιστέρι, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Κατά την παρουσίαση της σύμβασης, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη σημασία της νέας δομής, τόσο για τους ασθενείς όσο και για τις οικογένειές τους, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αντιμετώπισης του στίγματος που εξακολουθεί να συνοδεύει τη νόσο.
«Πρέπει να καταπολεμήσουμε ένα στίγμα που συνοδεύει μια νόσο, η οποία καλπάζει στην εποχή μας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός στην ομιλία του.
«Η υπογραφή αυτής της σύμβασης είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας οι οποίοι νοσούν ή κινδυνεύουν να νοσήσουν», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης, προσθέτοντας ότι είναι εξίσου σημαντική, «αν όχι πιο σημαντική», για τους συγγενείς και τους φροντιστές των ασθενών, οι οποίοι, όπως είπε, βιώνουν συχνά «έναν παράλληλο Γολγοθά».
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσίασε, μέσα στο 2027 η νέα μονάδα θα είναι σε θέση να παρέχει παρακολούθηση και εξατομικευμένη μέριμνα κατά τα πρώτα στάδια της νόσου, καθοδήγηση στους φροντιστές, καθώς και πιστοποιημένη εκπαίδευση στους επαγγελματίες υγείας.
Ο πρωθυπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και της πρόληψης. Όπως σημείωσε, με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, η ασθένεια δεν αντιστρέφεται, μπορεί όμως να επιβραδυνθεί με την κατάλληλη θεραπεία, τη νοητική και φυσική άσκηση και δραστηριότητες που βοηθούν τον ασθενή να παραμένει λειτουργικός για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η εξέλιξη της ιατρικής και της τεχνολογίας θα επιτρέψει στο μέλλον την ταχύτερη διάγνωση ανθρώπων που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της νόσου χωρίς να το γνωρίζουν ή ενδέχεται να νοσήσουν αργότερα.
«Είναι πάρα πολύ σημαντικό να δώσουμε αυτή την έμφαση στην πρόληψη, διότι αλλαγές συμπεριφοράς σήμερα θα καθορίσουν ουσιαστικά την ποιότητα της ζωής μας σε 10, σε 20, σε 30 χρόνια από τώρα», ανέφερε, συνδέοντας τη συγκεκριμένη πολιτική με μια ευρύτερη αλλαγή αντίληψης για τη δημόσια υγεία.
Όπως είπε ο πρωθυπουργός, η υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως παρέμβαση όταν ο πολίτης έχει ήδη ασθενήσει και φτάσει σε ένα Κέντρο Υγείας ή σε νοσοκομείο, αλλά ως «στάση ζωής». Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στα νοσοκομεία και στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στις παρεμβάσεις στα Κέντρα Υγείας, στην ανάπτυξη της τηλεϊατρικής στις απομακρυσμένες περιοχές, αλλά και στο πρόγραμμα προληπτικών εξετάσεων.
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να επιτρέψει την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση μιας νόσου, αλλά και να περιορίσει το κόστος για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Ειδικά για την άνοια, το Αλτσχάιμερ και τις υπόλοιπες νευροεκφυλιστικές διαταραχές, επισήμανε ότι η πρόοδος στην έγκαιρη διάγνωση θα έχει ως αποτέλεσμα να εντοπίζονται περισσότερα περιστατικά.
Το Εθνικό Πρότυπο Κέντρο για την Άνοια αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τον Σεπτέμβριο του 2027, αφού ολοκληρωθούν εργασίες για την ανακαίνιση των εγκαταστάσεων, την απόκτηση του απαραίτητου εξοπλισμού και την εκπαίδευση του προσωπικού. Στη συνέχεια θα τεθεί σε πιλοτική λειτουργία και την άνοιξη του 2028 προγραμματίζεται η μετάβαση σε κανονική λειτουργία.
Η δημιουργία του Κέντρου είναι αποτέλεσμα της σύμπραξης του κράτους με την Εθνική Τράπεζα και 12 κορυφαία κοινωφελή ιδρύματα, που συμμετέχουν στην «Πρωτοβουλία ’21», σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Εκκλησία.
Η ανακαίνιση του χώρου, η αγορά του εξοπλισμού και θα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας της μονάδας θα χρηματοδοτηθούν χάρη σε δωρεά των Μελών της «Πρωτοβουλίας ’21» που συμπράττουν στο εγχείρημα αυτό, ύψους 4,49 εκατομμυρίων ευρώ. Βασικός φορέας υλοποίησης είναι η Ανώνυμη Εταιρεία Μονάδων Υγείας. Τα ιδρύματα που συμμετέχουν, στο πλαίσιο της «Πρωτοβουλίας ’21», είναι: Εθνική Τράπεζα, Ίδρυμα Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη, Ίδρυμα Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου, Ίδρυμα Καπετάν Βασίλη και Κάρμεν Κωνσταντακόπουλου, Κοινωφελές Ίδρυμα Κοινωνικού και Πολιτιστικού Έργου, Κοινωφελές Ίδρυμα Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης, Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, Ίδρυμα Αθηνάς Ι. Μαρτίνου, Ίδρυμα Μποδοσάκη, ΤΙΜΑ Κοινωφελές Ίδρυμα και Ίδρυμα Ωνάση.
«Θέλω να σας ευχαριστήσω από καρδιάς γιατί φτάσαμε στο σημερινό σημείο, επειδή ακριβώς κατάφερε να συνεργαστεί η πολιτεία με την κοινωνία των πολιτών, όπως εκπροσωπείται από τα ιδρύματα, με την τοπική Εκκλησία, με τον δήμο. Και θα έλεγα ότι επειδή αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο αφορά όλους μας, αντιμετωπίζεται και από όλους μας. Αποδείξαμε στην πράξη ότι αυτή η συνεργασία μπορεί να αποδώσει πολύ συγκεκριμένους καρπούς», σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ειρήνη Αγαπηδάκη: «Ένα νέο τοπίο στη φροντίδα της άνοιας – Πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και στήριξη των οικογενειών»
Κατά την ομιλία της, η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη αναφέρθηκε στη σημασία της δημιουργίας του Εθνικού Πρότυπου Κέντρου για την Άνοια στο Περιστέρι, σημειώνοντας ότι πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα «για την καλύτερη φροντίδα, την πρόληψη και την ολοκληρωμένη στήριξη» των ανθρώπων με άνοια και των οικογενειών τους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις ανισότητες που καταγράφονται στη φροντίδα της άνοιας, επισημαίνοντας ότι «στον Δυτικό Τομέα Αθηνών έχουμε τις μεγαλύτερες ανισότητες» και εξηγώντας ότι το νέο Κέντρο έρχεται να καλύψει «ένα διπλό κενό, ένα τοπικό και ένα εθνικό».
«Πριν από αρκετούς μήνες, όταν κάναμε την πρώτη συζήτηση για το ζήτημα αυτό, με είχαν εντυπωσιάσει δύο δεδομένα που τέθηκαν υπόψη μου από τη μελέτη που διεξήγαγαν τα ιδρύματα.
Το πρώτο ήταν ότι στα δυτικά, στον Δυτικό Τομέα Αθηνών, έχουμε τις μεγαλύτερες ανισότητες στα θέματα που αφορούν τη φροντίδα της άνοιας. Και γι’ αυτό επέλεξαν τα ιδρύματα να γίνει το πρότυπο Κέντρο Αριστείας για την Άνοια σε αυτή την περιοχή της Αττικής», ανέφερε χαρακτηριστικά η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας.
Η κυρία Αγαπηδάκη στάθηκε επίσης στην ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση, θεραπευτική αντιμετώπιση και πρόληψη, αλλά και στην εκπαίδευση των άτυπων φροντιστών, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για «έναν πολύ δύσκολο και πολύ απαιτητικό ρόλο».
«Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία αυτή τη στιγμή να αλλάξουμε το τοπίο φροντίδας για την άνοια, με πρόληψη, έγκαιρο εντοπισμό, θεραπευτική αντιμετώπιση και, κάτι που το θεωρώ πάρα, πάρα πολύ σημαντικό, καθώς αποτελεί και αίτημα των οικογενειών, την εκπαίδευση των άτυπων φροντιστών που ασχολούνται με τα ζητήματα των ατόμων με άνοια.
Έχουμε στη χώρα πολλούς ανθρώπους οι οποίοι πιθανώς να έχουν έρθει από άλλες χώρες, να είναι πρόσφυγες, να εργάζονται σε αυτόν τον τομέα. Έχουμε ανθρώπους οι οποίοι είναι συγγενείς ατόμων με άνοια και επωμίζονται αυτόν τον δύσκολο και πολύ απαιτητικό ρόλο», σημείωσε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, τέλος, στη στήριξη των οικογενειών και στην αξιοποίηση της εμπειρίας των συλλόγων ασθενών και της κοινωνίας των πολιτών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, στην αντιμετώπιση μιας νόσου που αποτελεί «μια πολύ δύσκολη και μακροχρόνια δοκιμασία», «κανένας δεν περισσεύει».
Κλείνοντας, ευχαρίστησε όσους συνέβαλαν στην υλοποίηση της πρωτοβουλίας και τόνισε: «Τα δυσκολότερα πέρασαν. Από εδώ και πέρα, στο στάδιο της υλοποίησης, θα είμαστε πολύ πιο ταχείς».

